Ναός του Αγ. Δημητρίου

Οι παλαιότερες αναφορές για την ύπαρξη εκκλησίας στο σημείο πού βρίσκεται ο ναός του Αγ. Δημητρίου προέρχονται από τον 16ο αιώνα .Το 1576 ένας περιηγητής επισκέφθηκε το ναό δύο φορές. Στις 12 Ιουνίου και στις 26 Οκτωβρίου ημέρα μνήμης του Αγίου. Ο περιηγητής αναφέρεται σε εκκλησία του Αγίου Δημητρίου « εκτός των ορίων του Πέρα ή του Γαλατά » και στο πλήθος των προσκυνητών που την επισκέπτονταν, σημειώνει επίσης ότι στην είσοδο του ναού απεικονιζόταν ο Άγιος Δημήτριος ενώ το εσωτερικό του περιείχε πολλές εικόνες .

Από την εκκλησία έλαβε το παλιό του όνομα και το χωριό σύμφωνα με τους Ευρωπαίους περιηγητές μέχρι το τέλος του δέκατου όγδοου αιώνα .

Αργότερα παρουσιάζονται οι εξής αναφορές για το ναό :

Στον κατάλογο του Αντωνίου Πατεράκη του 1604 των 55 εκκλησιών της Κωνσταντινούπολης αναφέρεται και ο Άγιος Δημήτριος της συνοικίας « Ταταβούλα » όπως και σε άλλους παρόμοιους καταλόγους.

Σε σημειώματα αρχαίων χειρογράφων Ευαγγελισταρίων μνημονεύεται ο « Άγιος μεγαλομάρτυς Δημήτριος », «εις ταούλα» το 1647 και «εις τάουλα» το 1663 .Οι κώδικες επίσης αναφέρονται σε αυτόν ήδη από το 1669 αφότου ξεκινάει και η καταγραφή τους.

Πάντως σε μία επιγραφή που βρίσκεται εντοιχισμένη στη δυτική πλευρά του ναού είναι φανερό ότι ο ναός ανακαινίστηκε εκ βάθρων το 1726 σύμφωνα με αυτή την επιγραφή αποδεικνύεται ότι είναι αβάσιμη και αστήρικτη η πληροφορία που μας δίνει ο Σκαρλάτος Βυζάντιος, σύμφωνα με τον οποίο η εκκλησία ήταν πρωτύτερα αφιερωμένη στον Άγιο Αθανάσιο.

Από την άλλη σύμφωνα με την τοπική παράδοση ο ναός χτίστηκε μέσα σε 40 ημέρες . Αν θεωρήσουμε την παράδοση αυτή πιθανή θα πρέπει να υποθέσουμε ότι αναφέρεται στην ανέγερση της κατεδαφισμένης πρώτης οικοδομής η οποία δεν πρέπει να ήταν ιδιαίτερα μεγάλη.

Ψηλότερα πάνω από την επιγραφή αυτή, είναι τοποθετημένη μία μαρμάρινη πλάκα με το εθνόσημο της Ολλανδίας της οποίας η πρεσβεία βρισκόταν παλαιότερα, σύμφωνα με την παράδοση στην οικία Κόκκαλη, απέναντι από το Αρρεναγωγείο . Η προσπάθειά μας να εξακριβώσουμε την πιστότητα της παράδοσης αυτής μέσω της έρευνας στην ολλανδική πρεσβεία αποδείχτηκε άκαρπη, καθώς τα παλιά της αρχαία ήταν ήδη μεταφερθεί, πριν από λίγα χρόνια στην Ολλανδία .

Για τα έτη 1751 – 1754 αναφέρονται κονδύλια εξόδων για την κατασκευή και επιχρύσωση του μεγάλου εικονοστασίου, του άμβωνα και του θρόνου.

Ο ένθερμος ζήλος για τη θεία λατρεία και η αφοσίωση σε ότι αφορά τη θρησκεία τα οποία διέκριναν το χαρακτήρα και τα ήθη των ευσεβών προγόνων μας καθώς και η ακμή των Ταταούλων που ξεκίνησε στα μέσα του 18ου αιώνα συνέβαλαν στην επέκταση και διεύρυνση του ιερού ναού . Στα αριστερά προστέθηκε ένα ολόκληρο κλίτος και στα δεξιά, προς το νάρθηκα, μισό.

Τα παραπάνω πιστοποιούνται από μία σειρά επιγραφών :

Η πρώτη συνοδεύει ανάγλυφη αναπαράσταση του Αγίου Δημητρίου ο οποίος, έφιππος, λογχίζει τον δράκοντα, σε μαρμάρινη πλάκα εντοιχισμένη και αυτή στο δυτικό τείχος της εκκλησίας.

Σε άλλες μικρότερες, μαρμάρινες και λίθινες πλάκες που βρίσκονται στους τοίχους της εκκλησίας και φέρουν απεικονίσεις αρχιτεκτονικών εργαλείων, και την ημερομηνία 1798, διαβάζουμε τα ονόματα των καλφάδων και εργατών.

Το κτίριο του ναού έχει ρυθμό πεντάκλιτης Βασιλικής . Τα πέντε κλίτη μεταξύ τους χωρίζονται με κιονοστοιχίες. Ο Ναός ανατολικά καταλήγει σε ημικυκλική αψίδα, ενώ δυτικά υπάρχει στενόμακρος νάρθηκας πάνω από τον οποίο και στο ίδιο μήκος και πλάτος βρίσκεται ο γυναικωνίτης, που έχει πρόσβαση με μία εσωτερική σκάλα.

Ο γυναικωνίτης στην πρόσοψη του φέρει πέντε εικόνες που είναι φιλοτεχνημένες σε μουσαμά με την τεχνική της ελαιογραφίας . Οι εικόνες αυτές είναι : O προφήτης Μωυσής διαχωρίζων την ερυθρά θάλασσα , Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου , Η Γέννηση του Ιησού Χριστού , Η Βάπτιση του Ιησού Χριστού , και ο Μυστικός Δείπνος.

Οι κίονες στο εσωτερικού του Ναού είναι αρράβδωτοι βαμμένοι στα βαθυπράσινα χρώματα της Αγίας Σοφίας σε απομίμηση μαρμάρου.Φέρουν κιονόκρανα κορινθιακού ρυθμού και γεφυρώνονται μεταξύ τους με τόξα. Τα 12 τρίγωνα που σχηματίζουν τα τόξα με τους κίονες φέρουν ελλειψοειδείς εικόνες των Δώδεκα Αποστόλων. Πάνω από τα τρίγωνα και τα τόξα υπάρχει στενόμακρο διακοσμητικό επιστήλιο που καταλήγει η φατνωματική οροφή. Το μεσαίο κλίτος που είναι υψηλότερο από τα πλάγια κλίτη έχει ύψος 8,55 μ. που έχει στην μέση τον Παντοκράτορα .

Το δάπεδο του μεσαίου κλίτους είναι στρωμένο με μεγάλες ταφόπετρες των οποίων οι αναφορές σε ονόματα και ημερομηνίες σβήστηκαν από την πολυκαιρία. Κατά την επισκευή του δαπέδου αποκαλύφθηκαν και πολλοί τάφοι. Τα δάπεδα των πλάγιων κλιτών είναι στρωμένα με καινούργια μάρμαρα που τοποθετήθηκαν το 1956 αμέσως μετά τα Σεπτεμβριανά .

Μία αξιοπρόσεκτη λεπτομέρεια υπάρχει και στο επιστέγασμα της εκκλησίας , το οποίο αποτελείται από 5 ή 6 σειρές διαφορετικών κεραμιδιών, προκειμένου να αποφευχθεί η συνολική επισκευή δεδομένων των ανυπέρβλητων δυσχερειών που περνούσε η κοινότητα, τους χρόνους εκείνους.

Το πρώτο κωδωνοστάσιο κατασκευάστηκε το 1857, για το οποίο δαπανήθηκαν 14.000 γρόσια. Κώδικες επίσης αναφέρουν, ότι το 1838 ήχησε για πρώτη φορά η καμπάνα του Ναού , και δαπανήθηκαν 60 γρόσια για την αγορά της.

Το κωδωνοστάσιο ανεγέρθη εκ νέου το 1955, μετά την ανακαίνιση του Αγ. Δημητρίου, ο οποίος είχε υποστεί μεγάλες ζημιές κατά τα γεγονότα της 6ης και 7ης Σεπτεμβρίου, και μέχρι την ολοκλήρωση των εργασιών  ο Νάρθηκας  μετατράπηκε σε Παρεκκλήσι προς εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών της Ενορίας και των πιστών.

Ο διάκοσμος της εκκλησίας του Αγίου Δημητρίου επιβάλλει αίσθημα ευλάβειας, συγκίνησης και ενδόμυχης θρησκευτικής κατάνυξης παρακινώντας τον κάθε ευσεβή προσκυνητή να υμνήσει τον αόρατο Παντοκράτορα Θεό που κατοικεί στο ναό. Παράλληλα αποτελεί απόδειξη της ένθερμης Χριστιανικής ευλάβειας και της αφοσίωσης στα θεία και τα πάτρια, οι οποίες χαρακτήριζαν τις προηγούμενες γενιές των αλησμόνητων προγόνων μας .

Σήμερα ο Άγιος Δημήτριος θεωρείται ο κεντρικός Ναός της Αρχιερατικής Περιφέρειας Ταταούλων, διαθέτει μόνιμο Εφημέριο και Διάκονο, και λειτουργείται καθημερινά.

Total Page Visits: 2576