Κωνσταντῖνος Κυζικηνὸς
(μέσα 18ου – ἀρχές 19ου αἰῶνος)
Kapıdağlı Konstantin

Ὁ Ἐπίσκοπος Παμφίλου Μελισσηνός ἀναφέρεı: «Ὁ ἐνώπιον τοῦ (ἄλλοτε) Καταστήματος τοῦ Γυμναστικοῦ Συλλόγου (Ταταούλων) χῶρος ἔχει ἱστορικὴν ἀξίαν· ἐν αὐτῷ ἔκειτο ἡ οἰκία τοῦ περιωνύμου βασιλικοῦ ζωγράφου Κωνσταντίνου Κυζικηνοῦ, ἀπολαύοντος τῆς εὐνοίας τοῦ Σουλτάνου Σελὶμ τοῦ Γ´. Ὅστις ἐτίμησεν αὐτὸν καὶ διὰ τῆς ὑψηλῆς ἐπισκέψεώς Του εἰς τὴν οἰκίαν ταύτην. Ἔργα τοῦ ζωγράφου τούτου κοσμοῦσι τὸν Ἱερὸν Ναὸν Ἁγίου Δημητρίου».[1]
Μεταξὺ αὐτῶν ἡ μεγάλων διαστάσεων (1,78Χ2,23 μ.), ἐπάνω σὲ μουσαμᾶ, περίφημη εἰκόνα τῆς Σταυρώσεως, μὲ διάφορα συναφῆ πρὸς αὐτὴν εἰκονιζόμενα πρόσωπα καὶ σκηνὲς μνημειώδους χαρακτῆρος. Στὸ ἐπάνω μέρος τῆς εἰκόνος ἀναγράφεται: «Τῷ δι’ ἡμᾶς σταυρωθέντι Θεῷ δόξα καὶ κράτος», ἐνῶ στὸ κέντρο ἡ γνωστὴ ῥήση ποὺ ἀνεφώνησε ὁ Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης στὴν Ἡλιούπολη τῆς Αἰγύπτου, βλέποντας τὴν ἔκλειψη τοῦ ἡλίου, κατὰ τὴν ὥρα τῆς Σταυρώσεως τοῦ Κυρίου: «Τοῦτο εἰδὼν ὁ θεῖος Διονύσιος εἶπεν· ἄγνωστος σαρκὶ πάσχει Θεός, δι’ ὃν τὸ πᾶν ἐζόφωταί τε καὶ σεσάλευται». Στὸ κάτω μέρος τῆς εἰκόνος ὑπάρχει ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Κων/νου Κυζικηνοῦ καὶ τὸ ἔτος 1807, κατὰ τὸ ὁποῖο ἁγιογραφήθηκε τὸ ἔργο. Ἐπίσης ἐπάνω σὲ μουσαμᾶ, καὶ ἡ ἄλλη εἰκόνα, τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Εὐστρατίου, Αὐξεντίου, Εὐγενίου, Μαρδαρίου καὶ Ὀρέστου (1803).
Σὲ αὐτὸν ἀποδίδονται καὶ οἱ ἐπὶ τῆς προσόψεως τοῦ γυναικωνίτου τοῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου ἐξαίσιες τοιχογραφίες ἐκ τῆς Καινῆς Διαθήκης.[2] Τέλος, πολὺ πιθανόν, μεταξὺ τῶν ἔργων του νὰ συγκαταλέγονται καὶ τὰ δεκατέσσαρα μετάλλια τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ἐπάνω ἀπὸ τοὺς κίονας τοῦ κεντρικοῦ κλίτους, καθὼς καὶ ἡ παράσταση τοῦ Κυρίου μεταξὺ τῶν Εὐαγγελιστῶν στὸν ἄμβωνα τοῦ Ναοῦ.[3]
Στὶς 23 Μαΐου 2011, στὸ Μουσεῖο τῶν Ἀνακτόρων τοῦ Τοpkapı, πραγματοποιήθηκαν τὰ ἐγκαίνια τῆς ἐκθέσεως ἔργων τέχνης ὑπὸ τὸν τίτλο: «Οἱ Πολίτες Ῥωμηοὶ Ζωγράφοι στὰ Ἀνάκτορα τοῦ Topkapı», ἡ ὁποία διοργανώθηκε ὑπὸ τῆς Διευθύνσεως τοῦ ὡς ἄνω Μουσείου καὶ τοῦ Γενικοῦ Προξενείου τῆς Ἑλλάδος στὴν Πόλη, ὅπου εἶχαν ἐκτεθεῖ, μεταξὺ ἄλλων, καὶ ἔργα τοῦ Κων/νου Κυζικηνοῦ. Τότε ἡ εἰρημένη εἰκόνα τῆς Σταυρώσεως μετεφέρθη ἀπὸ τὸν Ἱερὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου Ταταούλων στὴν ἐν λόγῳ ἔκθεση, τὴν ὁποία μάλιστα ἐτίμησαν διὰ τῆς ὑψηλῆς παρουσίας των ἡ Α. Θ. Παναγιότης, ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ. κ. Βαρθολομαῖος, ὁ Ἐξοχ. κ. Ertuğrul Günay, Ὑπουργὸς Πολιτισμοῦ καὶ Τουρισμοῦ τῆς Τουρκίας, Σεβ. Συνοδικοὶ Μητροπολῖτες, ὁ ἐκλιπὼν İlber Ortaylı, Καθηγητὴς Ἱστορίας καὶ Διευθυντὴς τοῦ ὡς ἄνω Μουσείου, ὁ Ἐντιμ. κ. Βασίλειος Μπορνόβας, Γενικὸς Πρόξενος τῆς Ἑλλάδος στὴν Πόλη, καὶ λοιποὶ ἐκλεκτοὶ προσκεκλημένοι.[4]
Ὁ Ἐπίσκοπος Παμφίλου Μελισσηνός, καταγράφει ὡσαύτως ὅτι, ὡς συνέπεια τῆς αἰτήσεως τῶν κατοίκων, διὰ τῆς ὁποίας παρακαλοῦσαν νὰ ἀποκλεισθεῖ ἡ παραμονὴ τῶν Φράγκων στὰ Ταταῦλα, μὲ Αὐτοκρατορικὸ Διάταγμα τοῦ Σουλτάνου Σελὶμ τοῦ Γ´, τὸ 1793 ἀπαγορεύθηκε ἡ ἐγκατάσταση καὶ διαμονὴ ὄχι μόνον τῶν ἑτεροδόξων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀλλοεθνῶν στὴν περιοχή. [5] Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, ὁ Ῥωμαίηκος χαρακτῆρας τῶν Ταταούλων ἐπισημοποιεῖται, μὲ ἕνα πρωτοφανὲς προνόμιο τῆς ἐποχῆς.
Ἐπίσης, κατόπιν ἀδείας τοῦ Σουλτάνου Σελίμ, ὁ Ναὸς τοῦ Ἁγίου Δημητρίου Ταταούλων ἀνεκαινίσθη ῥιζικῶς καὶ ἐπεκτάθη μὲ δεύτερο κλίτος, ἐπειδὴ εἶχε καταστραφεῖ ἀπὸ πυρκαϊά. Τὰ ἔργα ὁλοκληρώθηκαν τὸ 1798, χρονολογία ἡ ὁποία ἀπαντᾶται ἀναγεγραμμένη σὲ πλεῖστες ἐντοιχισμένες πλάκες, τόσο στοὺς ἐξωτερικοὺς τοίχους τοῦ Ναοῦ ὅσο καὶ ἐντὸς τοῦ ἱ. Βήματος. Ἀξιοσημείωτο τυγχάνει ἐπίσης τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ μητέρα τοῦ Σουλτάνου Σελίμ, Mihrişah Vâlide Sultan, ἔφερε νερὸ στὴν Ῥωμαίηκη συνοικία τῶν Ταταούλων, κτίζοντας τὸ 1799 τὴν μέχρι σήμερα σωζομένη κρήνη, στὸ Μεσοχώριo (Sefâ Meydanı). Δικαίως ὁ ἱστορικὸς Κων/νος Κοῦμας γράφει ὅτι: «Οἱ Χριστιανοὶ τῆς ΚΠόλεως δὲν ἔζησαν καλλιτέρας ἡμέρας παρὰ τὰς τοῦ Σελὶμ τοῦ Γ´… Εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας ἐγνώσθη πάραυτα ἡ ἡμερότης τοῦ Σουλτάνου, καὶ οἱ Χριστιανοὶ πανταχόθεν προσέτρεχαν εἰς τὴν ΚΠολιν καὶ ἐζήτουν τὴν ἄδειαν νὰ ἀνακτίζωσι παλαιὰς ἐκκλησίας ἢ καὶ νὰ κτίζωσι νέας. Ποτὲ δὲν ἐκτίσθησαν εἰς τὴν Τουρκίαν τόσαι καὶ τοιαῦται περικαλλεῖς ἐκκλησίαι, ὡς ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ Σελίμ»,[6] ἕως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἐπίσης καὶ ὁ ἱστορικὸς Κων/νος Παπαῤῥηγόπουλος ἀναφέρει ὅτι: «Ὁ ἡμερώτερος καὶ ὁ συνετώτερος τῶν Σουλτάνων Σελὶμ ὁ Γ´… πρὸς τοὺς Ἕλληνας ἀνεδείχθη ὡς οὐδεὶς ἄλλος φιλάνθρωπος καὶ καλοκάγαθος».[7]
[1] Ἐπισκόπου Παμφίλου Μελισσηνοῦ Χριστοδούλου, «Τὰ Ταταῦλα, ἤτοι ἱστορία τῶν Ταταούλων», ΚΠολις, 1913, σελ. 41, 67, 211.
[2] «Ἡμερολόγιον τῶν Ἐθνικῶν Φιλανθρωπικῶν Καταστημάτων», ΚΠολις, 1906, σελ. 194.
[3] Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος Ἀθανασίου Παπᾶ, «Πολίτες Ζωγράφοι καὶ Ἁγιογράφοι», Θεσ/νίκη, 2012, σελ. 38-39.
[4] «Ἀπογευματινή», Τετάρτη, 25 Μαΐου 2011.
[5] Παμφίλου Μελισσηνοῦ, σελ. 15, 39, 17-18.
[6] Κων/νου Κοῦμα, «Ἱστορίαι τῶν Ἀνθρωπίνων Πράξεων», Τόμος ΙΒ´, ἐν Βιέννῃ, 1832, σελ. 483-484.
[7] Κων/νου Παπαῤῥηγοπούλου, «Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους», Τόμος Ε´, ἐν Ἀθήναις, 1887, σελ. 677. Ἐπίσης βλ. Παύλου Καρολίδου, «Ἱστορία τοῦ ΙΘ´ Αἰῶνος», Τόμος Α´, Ἀθήνησιν, 1892, σελ. 688-689. Ἐπαμεινώνδα Κυριακίδου, «Ἱστορία τοῦ Συγχρόνου Ἑλληνισμοῦ», ἐν Ἀθήναις, 1892, σελ. 49-50. Ἰβὰν Ἰ. Σοκολόφ, «Ἡ Ἐκκλησία ΚΠόλεως κατὰ τὸν 19ο Αἰῶνα», Θεσ/νίκη, 2011, σελ. 412-414.








